Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2009

ΓΛΩΣΣΑΡΙ (Κοινωνίες και Κουλτούρες της Μαύρης Αφρικής)

Aφρικανικές μάσκες

Οι μάσκες αντιπροσωπεύουν τις δυνάμεις του επέκεινα. Πρόκειται συχνά για τα προγονικά πνεύματα αλλά και κάθε είδους πνεύματα όπως, οι δαίμονες που φέρνουν τις αρρώστιες που απεικονίζονται με τη μορφή γιγάντων ή νάνων ή ακόμα και ζώων. Οι μάσκες ενέχουν το στοιχείο της ιερότητας. Τις χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για να εκφραστούν. Οι μάσκες χρησιμοποιούνται σε κάθε ζωτική για την κοινότητα περίσταση, όπως τελετουργίες κοινωνικού χαρακτήρα (πένθη, κηδείες, αρρώστια), τελετουργίες μύησης, εξαγνισμού ή γονιμότητας (γέννηση, είσοδος στην εφηβεία), τελετουργίες συμφιλίωσης και απονομής δικαιοσύνης, αλλά και τελετουργίες επίκλησης της βοήθειας και της προστασίας από τους προγόνους και τα πνεύματα. Οι πρόγονοι βρίσκουν τότε την ευκαιρία να θυμίσουν και να επικρίνουν τους ζωντανούς για τα σφάλματά τους. Αποτελούν δημιουργίες που χρησιμοποιούνται για να προκαλέσουν αισθήματα σεβασμού, φόβου, να εμπνεύσουν κουράγιο και δύναμη, όμως κάποιες μάσκες χρησιμοποιούνται και για τη διασκέδαση.

Στην πλειοψηφία τους οι μάσκες είναι αντικείμενα ιερά, προορισμένα να συμμετέχουν σε τελετουργίες στις οποίες μπορούν να συμμετέχουν μόνο οι μυημένοι που έχουν και το δικαίωμα να τις φορούν. Αυτός που φοράει τη μάσκα δεν εκφράζει απλώς την πνευματική δύναμη, αλλά κυρίως, κατά τη διάρκεια των τελετουργιών, ταυτίζεται με τις δυνάμεις αυτές προσφέροντας το σώμα του στο πνεύμα ώστε αυτό το τελευταίο να εκφραστεί μέσο αυτού. Τα τελετουργικά αντικείμενα δεν πρέπει να εκτίθενται σε ευρύ κοινό, και για το λόγο αυτό είναι φυλαγμένα μακριά από τα βλέμματα των ξένων, των γυναικών και των μη μυημένων. Υπάρχουν και μάσκες που χρησιμοποιούνται σε δημόσιες τελετές. Αυτές οι μάσκες, αντίθετα με τις ιερές που αποτελούν δείγματα μιας τελετουργικής τέχνης ανήκουν στο χώρο της κοσμικής τέχνης. Τα όρια μεταξύ της θρησκευτικής και της κοσμικής πλευράς τους είναι δυσδιάκριτα.

Τα χρώματα στις μάσκες έχουν και αυτά τους συμβολισμούς τους. Το λευκό είναι το χρώμα της μετάβασης από το θάνατο στην αναγέννηση και αντιπροσωπεύει την αγνότητα και το φως. Είναι το χρώμα του θεού και αποτελεί το σύνδεσμο με τους Προγόνους. Το μαύρο αντιπροσωπεύει το κακό, το θάνατο, τη μαγεία, την αντικοινωνικότητα. Το κόκκινο εκφράζει το αίμα, τη φωτιά, τη θερμότητα, τη γονιμότητα και την εξουσία. Το βαθύ κόκκινο εκφράζει τις δυνάμεις της βίας. Το κίτρινο αντιπροσωπεύει την ειρήνη, την ελπίδα, την αιωνιότητα αλλά και την παρακμή και την έλευση του θανάτου. Το μπλε αποτελεί αρνητικό χρώμα εξαιτίας της ψυχρότητάς του, αλλά παραδόξως εκφράζει και την αγνότητα, την ανάπαυση και το όνειρο. Το πράσινο αντιπροσωπεύει την ανάπτυξη και την αρρενωπότητα.


• Οι ιερές μάσκες

Οι ιερές μάσκες αποτελούν την αναφορά στην θεότητα και στην δύναμη που εκπορεύεται από αυτή. Οι μάσκες χρησιμοποιούνται από τους ανθρώπους στις τελετές για την επίκληση της εύνοιας των ευεργετικών δυνάμεων (πνεύματα) που αποτελούν τους μεσάζοντες μεταξύ των ανθρώπων και των θεοτήτων που βρίσκονται στο σύμπαν. Οι ιερές μάσκες εκφράζουν τη μεγαλοπρέπεια, τη σοφία, το μυστήριο που κρύβουν οι δυνάμεις της φύσης. Χρησιμοποιούνται μέσω των τελετών για να δείξουν στους ανθρώπους στοιχεία του αόρατου κόσμου και να τους προστατέψουν από τα κακά πνεύματα. Η παρουσία της μάσκας είναι κεφαλαιώδους σημασίες στις τελετές μύησης ή μετάβασης , εξαγνισμού, θυσίας. Έτσι γίνεται αντιληπτό ότι ο ρόλος τους είναι και κοινωνικός. Τιμωρούν αυτούς που επιφέρουν στην κοινότητα την αταξία και την ανασφάλεια, και αποτελούν τους υπέρτατους δικαστές, συμμετέχοντας στην επίλυση προσωπικών, οικογενειακών ή φυλετικών διαφορών.

• Οι κοσμικές μάσκες

Οι μάσκες αυτές έχουν διακοσμητικό κυρίως χαρακτήρα και χρησιμοποιούνται στις γιορτές ως στοιχεία διασκέδασης. Αναπαριστούν τους προγόνους της πατριάς, της οικογένειας ή του χωριού και είναι προορισμένες να εκφράζουν τη ζωτική δύναμη της ψυχής των προγόνων. Αποτελούν σημαντικό στοιχείο της συλλογικής μνήμης.
• Άλλες μάσκες

- Η μάσκα του πολεμιστή που είναι επιφορτισμένος με την υπεράσπιση της γης.
- Η μάσκα του τραγουδοποιού που είναι ο «ιστορικός» που αναφέρεται στην γενεαλογική εξέλιξη, στα επιτεύγματα των προγόνων. Τραγουδά και χορεύει και δίνει ζωή και κέφι στις λαϊκές γιορτές, αλλά είναι αυτός που συμμετέχει και στα δυσάρεστα γεγονότα όπως οι πένθιμες τελετές.
- Η μάσκα του griot . Στην Αφρική είναι αυτός που «μεταφέρει» την προφορική παράδοση και βρίσκεται στην υπηρεσία κάποιου του οποίου πλέκει τα εγκώμια με το τραγούδι του. Είναι εκπρόσωπος του ιερού στον οποίο μεταφέρει ότι βλέπει και ακούει. Έχει τη δύναμη που του δίνει το ιερό και για το λόγο αυτό εμπνέει σεβασμό και φόβο.

Οι griots ανήκουν σε μια ιδιαίτερη κάστα, που είναι στις περισσότερες των περιπτώσεων ενδογαμική (κυρίως στη Δυτική Αφρική). Έχουν το προνόμιο της κατοχής και συντήρησης της συλλογικής μνήμης. Η θέση ενισχύεται τόσο περισσότερο επειδή στην Αφρική η προφορική παράδοση έχει πολύ σημαντική θέση. Δεδομένου ότι πολλές αφρικανικές κοινωνίες δεν έχουν γραπτά μνημεία, η προφορική παράδοση αποτελεί το μόνο μέσο διαιώνισης της παράδοσης και της ιστορίας.

Υπάρχουν διάφορες κατηγορίες griots. Στην υψηλότερη θέση βρίσκονται αυτοί που συνδέονται με την αυλή των βασιλέων και των φυλάρχων. Βρίσκονται στην υπηρεσία της δυναστείας και φέρουν το όνομα της φατρίας την οποία υπηρετούν. Λειτουργούν ως βασιλικοί ιστοριογράφοι. Μέσα από το τραγούδι τους νομιμοποιούν την εξουσία της δυναστείας που υπηρετούν εκθειάζοντας τους προγόνους και γεννήτορες της δυναστείας αυτής. Συχνά η θέση τους ως βασιλικών συμβούλων, τους δίνει σημαντική πολιτική εξουσία. Στις μάχες τραγουδούσαν τη δόξα των ηγεμόνων που υπηρετούσαν και σε περίπτωση ήττας έμπαιναν πολλές φορές στην υπηρεσία του καινούριου αφέντη.


Akan

Πληθυσμοί που ζουν στα νότια της Ghana και στα νοτιοανατολικά της Ακτής Ελεφαντοστού, που έχουν κοινή κουλτούρα και παραδόσεις και στους οποίους ανήκουν οι Ashanti, Baoulé, Fante, Akié και Abron. Οι περιοχές τους εκτείνονται από την ακτογραμμή ως τη σαβάνα, περνώντας από τα τροπικά δάση. Οι βολβοί (ignames, manioc κτλ.), το φοινικέλαιο και οι μπανάνες βρίσκονται στη βάση της διατροφής τους. Οι περιοχές τους προσφέρονται για τις καλλιέργειες του καφέ και του κακάο .

Οι Akan της Ακτής Ελεφαντοστού διακρίνονται σε τρεις ομάδες : αυτούς που ζουν στα σύνορα με τη Ghana, τους Baoulé (στα κεντρικά), και αυτούς της λιμνοθάλασσας στα νότια. Οι Akan της Ghana καλύπτουν μια μεγάλη περιοχή στα νότια και δυτικά του ποταμού Volta. Εδώ έχουμε δυο ομάδες : τους Akan του δάσους (όπως οι Ashanti) και αυτούς της ακτογραμμής (όπως οι Fanti). Οι κοινωνίες τους είναι μητρογραμμικές και όπου η σύζυγος ζει κοντά στην οικογένεια του συζύγου. Εκτός εξαιρέσεων οι λαοί των akan είναι οργανωμένοι σε βασίλεια.

Ανιμισμός

Λατινικός όρος (anima), ζωτικό πνεύμα ή ψυχή, που ενυπάρχει σε κάθε τόπο ή και αντικείμενο. Στην Αφρική το θρησκευτικό φαινόμενο κατακλύζει την καθημερινή ζωή παίρνοντας πολλαπλές μορφές, σε σημείο ώστε οι Ευρωπαίοι να υποβιβάσουν τις παραδοσιακές δοξασίες στο επίπεδο του πολυθεϊσμού. Οι λαοί, που χαρακτηρίζουμε ως ανιμιστές, δεν έχουν στην φιλοσοφία τους την έννοια που θέλει η Υπέρτατη και Δημιουργός Αρχή να είναι έξω από το φυσικό κόσμο. Γι’ αυτούς, ο Θεός, το Άπειρο, η Υπέρτατη Δύναμη βρίσκουν την έκφρασή τους στον ορατό κόσμο μέσω «αντιπροσώπων», οι οποίοι τιμώνται ως υπερφυσικά όντα ή θεότητες.


Ashanti

Ζουν στην κεντρική Ghana. Τα δάση της Χρυσής Ακτής ήταν ελάχιστα κατοικημένα όταν ιδρύθηκε το βασίλειο Bono, στα νότια του Volta Noire, στα τέλη του 13ου αιώνα. Το βασίλειο των Abrons εγκαθιδρύθηκε το 15ο αιώνα δυτικότερα και αργότερα οι Gonjas εγκαταστάθηκαν στα βόρειο-ανατολικά το 16ο αιώνα. Οι Fanti μετανάστευσαν προς την ακτή προερχόμενοι από το βασίλειο Bono. Εκεί βρήκαν το ισχυρό βασίλειο Denkeras. Το 18ο αιώνα προσπάθησαν να προσαρτήσουν τους γειτονικούς λαούς. Ίδρυσαν ένα εμπορικό και πολιτικό κέντρο στην περιοχή Koumassi υπό την αρχηγία του Osaï Toutou (1695-1731), που είναι και ο ιδρυτής της Συνομοσπονδίας των ashanti. Η κοινωνική τους οργάνωση στηριζόταν στην μητρογραμμική οικογένεια. Ο βασιλιάς αποκτούσε το θρόνο με τη σύμφωνη γνώμη της Μητέρας – Βασίλισσας. Ο αρχηγός της Συνομοσπονδίας κατείχε το χρυσό θρόνο μέσα στο οποίο βρισκόταν η ψυχή του έθνους. Η εξουσία του στηριζόταν στους ψηφοφόρους του.

Η συνομοσπονδία αυτή κατέστρεψε την ανταγωνιστική πόλη Bono-Mansou και με διαδοχικές κατακτήσεις φτάσανε ως τα παράλια. Οι Βρετανοί ελέγξανε διαδοχικά τα μικρά ομόσπονδα βασίλεια fanti. Η πόλη Koumassi κατακτήθηκε διαδοχικά το 1874 και ξανά το 1896. Η αποικία της Χρυσής Ακτής μπόρεσε να επεκταθεί προς το βορρά. Η κατάσταση αυτή οδήγησε μεταναστευτική έκρηξη προς τα δυτικά, και προκάλεσε τη δημιουργία πολλών ομοσπονδιών χωριών που στη συνέχεια δημιουργήθηκαν στην Ακτή Ελεφαντοστού, οι οικογένειες Agnis και Baoulé. Εγκαταστάθηκαν στη λιμνοθάλασσα και ανέπτυξαν το εμπόριο του χρυσού, της κόλα, και των σκλάβων.


Αφρικανική οικογένεια

Υπάρχει η ατομική οικογένεια (πατέρας, μητέρα, παιδιά), η πολυγαμική οικογένεια (περιέχει πολλές ατομικές οικογένειες, όπου οι γυναίκες διαθέτουν η καθεμία το δικό της χώρο που περιλαμβάνει καλύβα, χωράφι και την περιοδική επίσκεψη του συζύγου), η διευρυμένη οικογένεια που περιλαμβάνει τους παππούδες, τα παιδιά και τους αδελφούς, αδελφές, θείους, θείες και ξαδέλφια. Η διευρυμένη οικογένεια αποτελεί την βασική ενότητα στις περισσότερες αφρικανικές κοινωνίες. Σε μεγάλο τμήμα της ηπείρου, συνδέεται με φατρίες, κάστες, γραμμές με ιδιαίτερη πολιτική και οικονομική σημασία στην καθημερινή ζωή. Οι σχέσεις μεταξύ κοινοτήτων λειτουργούν, πρώτα απ’ όλα, πάνω στην ανταλλαγή και την συμπληρωματικότητα. Οι αμοιβαίες σχέσεις τους ρυθμίζονται από πολύ συγκεκριμένους κώδικες που έχουν τις ρίζες τους στο παρελθόν και συνδέονται με την οικονομική και ιστορική, κάθε φορά, αναγκαιότητα. Οι πρόγονοι (άρρενες ή θήλυς), ιδρυτές του χωριού, της οικογενειακής γραμμής ή της φατρίας, αποτελούν το σημείο αναφοράς για όλους. Σε αυτούς προστρέχουν για βοήθεια, για παράδειγμα στις παραδοσιακές τελετές της σποράς ή της συγκομιδής, και κατά τη διάρκεια των τελετών μύησης. Η εξουσία, στο πλαίσιο της διευρυμένης οικογένειας, ρυθμίζεται από την συγγένεια, με τον «αρχηγό» - που συνήθως είναι ο αρχαιότερος – να έχει τη δύναμη της εφαρμογής των θρησκευτικών, πολιτικών και οικονομικών κανόνων.

Η αγροτική έξοδος και η συγκατοίκηση με άλλες κοινότητες στα αστικά κέντρα, επηρεάζουν τους παραδοσιακούς νόμους, όπως για παράδειγμα τις απαγορεύσεις που σχετίζονται με το γάμο. Η διευρυμένη οικογένεια χρησιμοποιεί, για την επιβίωσή της, τον παραδοσιακό καταμερισμό των δραστηριοτήτων (κτηνοτροφία, γεωργία, χειροτεχνία), ερχόμενη σε επαφή με άλλες αντίστοιχες κοινωνικές ενότητες και δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό ένα κοινοτικό σύστημα όπου ο κανόνας είναι η αλληλεγγύη μεταξύ των μελών. Αυτό το σύστημα αποτελείται από κοινές δραστηριότητες και πολιτιστικές και θρησκευτικές δραστηριότητες στο πλαίσιο μιας ηλικιακής διαστρωμάτωσης. Η μόνη διέξοδος για το άτομο, είναι να ανήκει σε κάποια ένωση (π.χ. Σωματεία Αμοιβαίων Πιστώσεων, οι λεγόμενες tontines). Οι «εθνοτικές διακρίσεις» αλλάζουν μορφή και ενσωματώνονται στα ευρύτερα κοινωνικά προβλήματα που γεννά η ζωή στις σύγχρονες αστικές μητροπόλεις.


Bambara

Λαός του Μάλι που ζει στη περιοχή του Bamako και του Ségou. Οι Bambara εμφανίζονται μετά τη πτώση της αυτοκρατορίας Songhaï (17ος αι.). Ζουν από τη γεωργία σε μια περιοχή που καλύπτεται από μια ξηρή σαβάνα.


Bamiléké

Πληθυσμοί τύπου bantoues που ζουν στα ηφαιστειογενή υψίπεδα του δυτικού Καμερούν. Το εθνονύμιό τους αφορά σύνολο πληθυσμών των περιοχών Grassfields του δυτικού Καμερούν, μετά από λάθος ερμηνεία του Γερμανού αξιωματικού που ήρθε σε επαφή με αυτούς στα τέλη του 19ου αιώνα : “mbalekeo” (αυτοί που προέρχονται από κάτω) φέρεται να του απάντησε ο ξεναγός του, ενώ αυτός ρωτούσε ποιο είναι το χωριό που έβλεπε μπροστά του. Η πολιτική τους οργάνωση είναι συγκεντρωτική. Στις περιοχές Bamiléké, η φυλαρχία (gung) αποτελεί την βασική πολιτική, θρησκευτική και κοινωνική δομή. Διοικείται από τον fo, η εξουσία του οποίου εξισορροπείται από το Συμβούλιο των Προκρίτων. Batié, Banjun, Bangantsé, Bansoa και Bafoussam είναι οι σημαντικότερες φυλαρχίες.

Το αγροτικό σύστημα των Bamiléké είναι συνέπεια τόσο των φυσικών και κλιματικών συνθηκών της περιοχής τους (υψόμετρο, μέτρια βροχόπτωση) και των κοινωνικών τους δομών που επιβάλλουν την αδιαιρετότητα της κληροδότησης των εδαφών. Η αδιαιρετότητα ων εδαφών είναι υπεύθυνη για την έντονη μετανάστευσή τους προς τις πόλεις όπου η κύρια ασχολία τους είναι το εμπόριο. Οι περιοχές τους λόγω της ηφαιστειακής σύνθεσης των εδαφών είναι ιδιαίτερα εύφορες (καλλιεργούνται διατροφικά αγροτικά προϊόντα όπως αραχίδες, μπανάνες, καλαμπόκι, κονδύλους αλλά και φοίνικες, καφεόδενδρα, λεμονιές, δένδρα κόλας, αβοκάντο). Οι κοινωνίες τους είναι πατρογραμμικές και τα παιδιά – παντρεμένα ή όχι - ζουν στην κατοικία του πατέρα. Στη δεύτερη γενιά κάθε δευτερότοκος καλείται να φτιάξει τη δική του οικογενειακή γραμμή. Ο διάδοχος δεν είναι υποχρεωτικά ο πρωτότοκος γιος αλλά εκείνος που ο πατέρας θεωρεί ικανότερο. Η κόρη ανήκει στην ομάδα κοινής μονογραμμικής καταγωγής του πατέρα της και όταν παντρεύεται περνάει στην αντίστοιχη ομάδα του συζύγου της.


Bamoun

Λαός του βορειοδυτικού Καμερούν, αποτελούν τη σημαντικότερη πληθυσμιακή ομάδα των Grasslands. Η παρουσία τους στην περιοχή χρονολογείται από το 14ο αιώνα. Σύμφωνα με τις προφορικές τους παραδόσεις είναι απόγονοι ενός πρίγκιπα Tikar που το 16ο αιώνα αφού υπέταξε τους πληθυσμούς της περιοχής ίδρυσε μια μεγάλη φυλαρχία. Η φυλαρχία αυτή εξελίχθηκε ως τα τέλη του 18ου αιώνα σε ισχυρό βασίλειο. Σημαντική προσωπικότητα για τους Bamoun υπήρξε ο άρχοντας Njoya, που ανακάλυψε ένα αλφάβητο προκειμένου να διατηρήσει σε γραπτή μορφή τις προφορικές παραδόσεις και τις γενεαλογίες. Διακείμενος φιλικά προς τους Γερμανούς, που υποδέχτηκε το 1902, παραγκωνίστηκε από τη γαλλική διοίκηση το 1919. Η παρακμή του βασιλείου υπήρξε ιδιαίτερα σύντομη και συνδέεται με την γαλλική αποίκιση.


Bantous (ή Bantu)

Ευρεία φυλετική ομάδα της ισημερινής, νότιας και ανατολικής Αφρικής. Ο όρος «Bantou » διατυπώθηκε το 19ο αιώνα από τον γλωσσολόγο W. C. Bleck. Σύμφωνα με τη θεωρία του J. H. Greenberg, που αμφισβητείται μετά τις νέες αρχαιολογικές έρευνες, οι Bantous κατάγονταν από μια περιοχή μεταξύ των νοτίων του ποταμού Bénoué (Νιγηρία) και του σημερινού Καμερούν. Μετά φαίνεται να μετανάστευσαν κατά την πρώτη χιλιετία π.Χ. – σύμφωνα με τη θεωρία αυτή – προς την Κεντρική, ανατολική και νότια Αφρική. Η διασπορά τους περιορίστηκε με την έλευση των Zoulous στη Νότια Αφρική και άλλων φυλών όπως οι Bochimans. Η αιτία της μετανάστευσής τους δεν έχει αποσαφηνιστεί, συνδέεται όμως με την ερημοποίηση της Σαχάρας.

Οι Bantous διαιρούνται σε δυο γλωσσολογικές κατηγορίες : τους Bantous των ανατολικών περιοχών και αυτούς των δυτικών. Είναι κυρίως αγρότες και κτηνοτρόφοι. Οι κοινωνίες τους είναι κυρίως μητρογραμμικές και είναι γνώστες της μεταλλουργίας και γνώστες των τεχνικών της γεωργίας. Σύμφωνα με τη παράδοσή τους οι πρόγονοί τους ήταν βασιλείς – σιδηρουργοί και εκπολιτιστές.

Η πλησιέστερη γλώσσα παράγωγη του bantou είναι το swahili (κοινή γλώσσα επικοινωνίας των εμπόρων, από το Djibouti ως την Kinshasa και ως τη Νότια Αφρική.


Baoulé

Λαός της Ακτής Ελεφαντοστού, καταγωγής akan, ζουν στα όρια σαβάνας και τροπικού δάσους. Στις αρχές του 18ου αιώνα, μια διάσπαση στο εσωτερικό των Ashanti (που ζούσαν στη θέση της σημερινής Γκάνα) οδήγησε σε φυγή προς τα δυτικά μέρος του πληθυσμού. Συνδέθηκαν διαδοχικά με λαούς που βρήκαν στις περιοχές όπου μετοίκησαν, τους Guro, τους Sénoufo και τους Malinké. Αρχικά ήσαν εχθρικοί απέναντι στην γαλλική διείσδυση, αλλά σταδιακά ασχολήθηκαν και αυτοί με τις καλλιέργειες εξαγωγικού χαρακτήρα (καφέ, κακάο) που αποτέλεσαν βασική πηγή εισοδήματος για αυτούς. Κατά την αποικιακή περίοδο, οι Αφρικανοί μικροκτηματίες αντιτάχθηκαν στους Ευρωπαίους αποίκους μέσω της συνδικαλιστικής τους οργάνωσης υπό την ηγεσία του Félix Houphouët-Boigny (1905-1993). Έκτοτε κατάφεραν να εδραιωθούν οικονομικά και πολιτικά αποκτώντας κυρίαρχη θέση στο σκηνικό της χώρας.


Bassari

Λαός των οροπεδίων της Σενεγάλης που, με τους Koniagui, Bedik και Badiaranké, αποτελούν τους αρχαιότερους λαούς της περιοχής. Κυνηγοί και αγρότες, αυτοί οι ανιμιστές πληθυσμοί αντιστάθηκαν σθεναρά στην επέκταση του Ισλάμ και το δουλεμπόριο.


Γη

Στην Αφρική, η γη είναι ιερή, και η ιερότητά της πηγάζει από το γεγονός ότι σε αυτή είναι θαμμένοι οι Πρόγονοι. Η γη έχει δοθεί στους ανθρώπους για να την καλλιεργούν. Η έννοια της ιδιοκτησίας της γης, όπως την αντιλαμβανόμαστε στη δύση, δεν έχει νόημα και για το λόγο αυτό η γη για τους Αφρικανούς δεν αποτελεί εμπόρευμα η οικονομική αξία του οποίου υπολογίζεται μέσα από την προσφορά και τη ζήτηση. Για το λόγο αυτό πολλές συνθήκες που υπογράφηκαν μεταξύ των Αφρικανών Αρχηγών και των Ευρωπαίων αποικιοκρατών οδήγησαν σε τόσο μεγάλη έλλειψη κατανόησης και παρερμηνείες. Στη σκέψη των Αφρικανών, τα φτωχά δώρα που προσέφεραν οι Ευρωπαίοι με αντάλλαγμα την εγκατάστασή τους, είχαν τελετουργική αξία σημαίνοντας την αποδοχή μιας εμπορικής συμφωνίας, δωρεά που αποδέχονταν ως εκπρόσωπο των θεοτήτων και των πνευμάτων του εδάφους.

Ιδιοποίηση της γης
Στην «παραδοσιακή» αφρικανική αντίληψη. Σύμφωνα με την «σύγχρονη» ευρωπαϊκή αντίληψη.
- διάθεση του χώρου για μια χρήση
- οι εκτάσεις γης υποστηρίζουν περισσότερες χρήσεις και κατά συνέπεια διατίθενται με περισσότερους τρόπους
- διακύβευμα : η γη υποστηρίζει την παραγωγή και την αναπαραγωγή και αποτελεί το σημείο συνάντησης του ορατού και του αόρατου κόσμου. - ορίζει νομικά την ιδιοκτησία
- η χρήση και κατοχή των πραγμάτων με τον πιο απόλυτο τρόπο
- διακύβευμα :η αξιοποίηση επιτρέπει την εξαγωγή μιας υπεραξίας ικανής να επανεπενδυθεί.


Dogon

Λαός του νοτιοδυτικού Μάλι στο μαίανδρο του ποταμού Νίγηρα. Οι Dogon βρήκαν καταφύγιο στις απόκρημνες ακτές Bandiagara για να ξεφύγουν από τους δουλεμπόρους Peul. Οι Dogon είναι αγρότες και ζουν καλλιεργώντας στις άνυδρες περιοχές του Sahel δημητριακά και ρύζι. Πουλάνε το πλεόνασμα της παραγωγής τους (mil, sorgho) στους κτηνοτρόφους peul, με αντάλλαγμα κρέας, ψάρια και αλάτι.

Η κοινότητα των Dogon είναι οργανωμένη σύμφωνα με μια ιεραρχία που παρατηρείται στη Κοσμογονία τους. Οι μύθοι τους εξηγούν τη δημιουργία του σύμπαντος και προσαρμόζουν σε μια αντίστοιχη συμβολική δομή τον άνθρωπο και την κοινωνία στην οποία ζει.

Το Υπέρτατο Ον, ο Amma, είναι ο δημιουργός της γης, η οποία υπήρξε και σύζυγός του. Με τη γη απέκτησε ένα γιο, το Yurugu, πλάσμα ατελές που το μόνο που διαθέτει είναι ο αρχικός Λόγος. Η μυστική γλώσσα ανήκει στους μυημένους. Η γη έδωσε στον Amma ένα δεύτερο παιδί το Nommo, που ήταν ερμαφρόδιτος, κάτοχος της Γνώσης που δίδαξε στους οκτώ πρώτους προγόνους των ανθρώπων που ο θεός Amma δημιούργησε με άργιλο. Στα τέσσερα ζευγάρια διδύμων αντιστοιχεί η πολιτική και θρησκευτική ιεραρχική δομή της κοινωνίας των dogon. Υπάρχουν τέσσερις φυλές που καθοδηγούνται από τους hogons, θρησκευτικούς και πολιτικούς ηγέτες. Η δομή αυτή ίσχυε πριν την αποικιοκρατική επίδραση των Ευρωπαίων.

Η κοινωνία τους είναι βασισμένη στην διευρυμένη πατρογραμμική οικογένεια. Δομείται από μια ιεράρχηση που διαχωρίζει τους μυημένους από τους αμύητους, τους άνδρες από τις γυναίκες, τις ηλικιακές ομάδες, τα επαγγέλματα.

Οι σιδεράδες, τεχνίτες και griots αποτελούν τις ενδογαμικές κάστες που ζουν σε ξεχωριστές συνοικίες. Η χειροτεχνία των dogon δεν έχει μόνο χρησιμοθηρική αξία αλλά ως τέχνη που είναι έχει και τελετουργική σημασία. Οι μάσκες και τα αγαλματίδια είναι κατ’ αρχήν θρησκευτικά αντικείμενα. Αγαλματίδια τοποθετούνται στα οικογενειακά ιερά για να τιμήσουν τους προγόνους. Τις μάσκες φορούν οι χορευτές κατά τη διάρκεια των θρησκευτικών γιορτών.

Dyula ή Dioula

Έμποροι προερχόμενοι από τη δυτική Αφρική. Δεν αποτελούν εθνότητα, ή φυλή, καθώς είναι συνδεδεμένοι με του ντόπιους πληθυσμούς mandé. Η dyula είναι μια γλώσσα mandé, και μια κοινή γλώσσα επικοινωνίας της περιοχής. Οι Dyula (« πλανόδιοι έμποροι », στη γλώσσα mandé) διατρέχουν τις περιοχές στα όρια του δάσους και της σαβάνας (περιοχές που ήλεγχε η αυτοκρατορία του Μάλι 13ος-16ος αι.). Ασχολούνταν με το μακρινό εμπόριο και υπήρξαν ο ενδιάμεσος κρίκος μεταξύ των Βερβέρων εμπόρων της Σαχάρας και του Sahel, και των λαών της σαβάνας και του δάσους διαπραγματευόμενοι για λογαριασμό τρίτων την καρύδα της cola, το βαμβάκι, το indigo, το αλάτι και το mil. Εξαιτίας της επαφής τους με τους Άραβες εξισλαμίστηκαν νωρίς, ιδρύοντας ένα περιβάλλον που ευνοούσε ένα ανεκτικό Ισλάμ

Μετά την πτώση των μεγάλων αυτοκρατοριών της δυτικής Αφρικής (17ος αι.) οι Dyula ίδρυσαν μεγάλες αυτόνομες πόλεις – αγορές (όπως η Kong, στα Βόρεια της Ακτής Ελεφαντοστού, και Bobodioulasso στα νοτιοδυτικά της Μπουρκίνα. Οι έμποροι dyula δέχτηκαν με ικανοποίηση την έλευση των Γάλλων που θα κατοχύρωναν την ειρήνη στην περιοχή και την ασφάλεια των μεταφορών με τα καραβάνια. Από την πλευρά της η Γαλλία βρήκε τα άτομα που της χρειάζονταν για τη διανομή των προϊόντων της στους λαούς που σκόπευε να ενσωματώσει στο οικονομικό της σύστημα.


Ewe

Ζουν κυρίως στα νότια της Ghana και του Togo. Μιλούν τη γλώσσα ewe. Είναι οργανωμένοι σε πατρογραμμικές φυλαρχίες των οποίων ο αρχηγός ή «βασιλιάς» ορίζεται από τους προκρίτους. Οι απόγονοι ακολουθούν την ανδρική γραμμή και η ιδιοκτησία είναι κοινή, παρά το γεγονός ότι δεν απαγορεύεται η ατομική ιδιοκτησία. Η κληρονομιά μεταδίδεται στον θείο (αδελφό της μητέρας) και τα κινητά είδη γυρνούν στον θείο από την πλευρά του πατέρα και στα παιδιά.

Η οικονομία τους βασίζεται στην αγροτική εκμετάλλευση του υγρού τροπικού δάσους (maïs, manioc, ignames, coton) ενώ το κυνήγι αποτελεί ιδιαίτερο προνόμιο μιας συγκεκριμένης κάστας.

Στις αρχές του 16ου αιώνα, εγκαθίστανται στη θέση της σημερινής πόλης Notsé, στο κεντρικό Togo. Στις αρχές του 17ου αιώνα η δημογραφική τους ανάπτυξη οδηγεί κάποιους από αυτούς προς τα δυτικά ως τον ποταμό Volta (Ghana). Έρχονται σε επαφή με τους Ashanti πράγμα που εξηγεί τις επιρροές akan στην πολιτική τους οργάνωση. Το 1884, ο Γερμανός εξερευνητής Nachtigal υπογράφει σύμφωνο με το μεγάλο αρχηγό των Ewé μετατρέποντας τα εδάφη τους σε γερμανικό προτεκτοράτο. Το 1922, η Κοινωνία των μοιράζει τη χώρα Ewé μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας. Κατά την αποικιακή περίοδο και αργότερα μετά την ανεξαρτησία (1960), οι Éwé διεκδικούν την ενοποίησή τους, έρχονται όμως αντιμέτωποι με τους μη-Éwé, που ζουν επίσης στη vivant Ghana και το Togo.


Fang

Λαός που χρησιμοποιεί τη γλώσσα bantoue, μοιρασμένος μεταξύ βορείου και δυτικού Gabon, Ισημερινής Γουινέας και νότιου Καμερούν. Ανήκουν στην ευρύτερη εθνοτική ομάδα των Pahouins. Η παρουσία τους στη Γκαμπόν είναι πρόσφατη. Από το 18ο αιώνα διέσχισαν το ποταμό Sanaga (Καμερούν) και μετακινήθηκαν προς τα νοτιοδυτικά. Το 19ο αιώνα κάλυπταν όλη την περιοχή του Yaoundé ως το Γκαμπόν και την Ισημερινή Γουινέα. Η σημαντικότερη πόροι τους προέρχονται από τις αγροτικές καλλιέργειες (manioc, ignames, μπανάνες, αραχίδες, καλαμπόκι). Σήμερα ασχολούνται με την καλλιέργεια του κακάο.

Παραδοσιακά οι Fang διαιρούνταν σε πατρογραμμικές κοινωνικές ομάδες, όπου την εξουσία είχε ο πρωτότοκος γιος. Οι κοινωνικές αυτές ομάδες κατάγονται σύμφωνα με την παράδοση από τον ίδιο πρόγονο. Ο ρόλος των προγόνων είναι ιδιαίτερα σημαντικός για αυτούς και τους συμβουλεύονταν για να πάρουν αποφάσεις για το χωριό.


Fanti

Συγγενικός αφρικανικός λαός με τους Ashanti. Το βασίλειο των Fanti που αποτελούσε μέρος των εδαφών της σημερινής Ghana, καλύπτοντας περίπου 52 000 km2 και σε έκταση 150 χιλιομέτρων κατά μήκος της Χρυσής Ακτής, άρχισε να φθίνει στις αρχές του 19ου αιώνα, μετά από συνεχόμενες επιδρομές των Ashanti, από το βορρά.


Haoussa

Ζουν στα νοτιοδυτικά της λίμνης Τσαντ, στα βόρεια της Νιγηρίας και τα ανατολικά του Νίγηρα. Είναι κυρίως έμποροι και χειροτέχνες, έχοντας αναπτύξει σημαντικό αστικό πολιτισμό βασισμένο στην εμπορευματοποίηση της χειροτεχνίας, των σιδερένιων αντικειμένων και εργαλείων, των δερμάτινων ειδών, των υφασμάτων και των αγροτικών προϊόντων. Η έλευση του Ισλάμ τον 11ο αιώνα μετέβαλε δραστικά την πολιτική και οικονομική δομή της κοινωνίας τους. Εξισλαμίστηκαν αλλά δεν εγκατέλειψαν τις παραδοσιακές δοξασίες (θεότητες, αγροτικές τελετουργίες κτλ.), ιδιαίτερα στις αγροτικές περιοχές. Οι έμποροι haoussa δημιούργησαν ένα εκτεταμένο εμπορικό δίκτυο ως την Tripoli της Λιβύης στα βόρεια και το εμπόριο swahili στην Κεντρική Αφρική. Η γλώσσα των haoussa έγινε κοινή γλώσσα του εμπορίου από τη Λιβύη ως τον ποταμό Κονγκό. Οι εμπορικοί οίκοι είναι διακοσμημένοι με ανάγλυφα γεωμετρικά μοτίβα διαφορετικών χρωμάτων. Το 1903 ο Βρετανός κυβερνήτης της Νιγηρίας Frederick Lugard επιβάλλει το indirect rule στηριζόμενος στην παραδοσιακή εξουσία των «εμίρηδων» που υπηρετούν τη βρετανική Αυτοκρατορία. Έτσι γεννιέται μια ντόπια ολιγαρχική στρατιωτική ελίτ που παρεμβαίνει συχνά στα πολιτικά πράγματα της Νιγηρίας μετά την ανεξαρτησία.


Hutu

Αποτελούν την μεγαλύτερη πληθυσμιακή ομάδα στη Rwanda και το Burundi, στην περιοχή των λιμνών της κεντρικής Αφρικής. Ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία. Τα ευρήματα από σίδηρο, που βρέθηκαν στην περιοχή, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι πρώτοι αγρότες bantous, προερχόμενοι από τη λεκάνη του Congo, ήταν εγκατεστημένοι στην περιοχή από τον τρίτο αιώνα. Όταν οι Tutsi εγκαταστάθηκαν με τη σειρά τους στα ανατολικά της Rwanda, μεταξύ 5ου και 15ου αιώνα, οι Hutu είχαν ήδη δημιουργήσει μικρά βασίλεια. Η θέση τους βασίζεται σε ένα ιεραρχημένο πολιτικοθρησκευτικό σύστημα, με τους Tutsi να βρίσκονται ψηλά στην κοινωνική ιεραρχία και τους Hutu μακριά από τα κέντρα εξουσίας, όμως η κατάσταση είναι μακριά από την διαστρεβλωμένη εικόνα που θέλει τους Hutu να βρίσκονται σε διαρκή εξάρτηση και υποταγή απέναντι στους Tutsi, που ελέγχουν την εξουσία και τον πλούτο. Ο mwami (βασιλέας) tutsi διοικούσε μέσω ενός πολύπλοκου συστήματος τοπικών αρχηγών μεταξύ των οποίων και αρκετοί Hutu. Στη Rwanda, αλλά και στο Burundi, στο βασίλειο baganwa, η σχέση μεταξύ των Tutsi και οι Hutu είναι αρκετά ελαστική. Οι Tutsi και οι Hutu μιλούσαν την ίδια γλώσσα τη kinyarwanda ή τη kirundi, και μοιράζονταν την ίδια μυθολογία. Υπήρχε και σημαντική επιμειξία με συχνούς γάμους μεταξύ των κοινοτήτων.

Η αποικιακή πολιτική των Γερμανών αρχικά και των Βέλγων μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, οδήγησε την πλειοψηφία hutu ενάντια στη μειονότητα tutsi. Η αποικιακή διοίκηση, για να εξασφαλίσει την εξουσία της, βασίστηκε στην αριστοκρατία tutsi και καθόρισε ρόλους σε κάθε εθνότητα βασίζοντάς τους σε «πρόχειρες» εθνολογικές αναλύσεις. Από το 1933, η αποικιακή διοίκηση προέβη σε απογραφή του πληθυσμού, δίνοντας ταυτότητες πάνω στις οποίες αναγραφόταν υποχρεωτικά η εθνοτική προέλευση. Στην απογραφή αυτή ονομάζονταν Tutsi όσοι κατείχαν πάνω από δέκα βοοειδή, επίσης όποιος είχε πατέρα Hutu και μητέρα Tutsi, θεωρούνταν Hutu. Οι θεσμοθετημένοι διαχωρισμοί ενισχύθηκαν ακόμα περισσότερο στη δεκαετία του 1950 και για πρώτη φορά οι Hutu αμφισβήτησαν τα προνόμια του mwami. Το μυστηριώδη θάνατο του Mutara εκφραστή των προσδοκιών των Hutu για ανεξαρτησία, το 1959, ακολούθησαν αιματηρές διαμάχες μεταξύ Hutu και Tutsi. Η καθολική εκκλησία πήρε θέση υπέρ των Hutu και έκτοτε και η αποικιακή διοίκηση ευνόησε τους Hutu. Έκτοτε οι Hutu κυριαρχούν πολιτικά ως τον εμφύλιο πόλεμο του 1994-1995. Οι συγκρούσεις μεταξύ των δυο κοινοτήτων, οδηγούν σε γενοκτονία. Η κατάσταση στη Rwanda, επιδεινώθηκε και εξαιτίας μιας επισιτιστικής κρίσης που έπλεξε τη χώρα στις αρχές του 1994. Το 1994, στη Rwanda, οι Hutu διέπραξαν γενοκτονία έναντι των Tutsi και μετριοπαθών Hutu. Μεγάλα κύματα προσφύγων Tutsi μετακινήθηκαν προς την Uganda. Με βάση τη χώρα αυτή, οι Tutsi προσπάθησαν να ανακαταλάβουν την εξουσία. Οι διεθνείς παράγοντες ενίσχυσαν τις συγκρούσεις μεταξύ Tutsi και Hutu.


Ibo

Αποτελούν τη σημαντικότερη πληθυσμιακή ομάδα στην ανατολική Νιγηρία. Οι Ibo δεν γνώριζαν καμίας μορφής συγκεντρωτισμό στο πολιτικό τους σύστημα. Η μεγαλύτερη κοινωνική και πολιτική ενότητα ήταν η ομοσπονδία λίγων χωριών με περίπου 5.000 άτομα, με μια κοινή αγορά και κοινό τέμενος. Η κοινωνική τους οργάνωση αποτελούνταν από μικρές τοπικές πατρογραμμικές ενότητες, που ενώνονταν και χωρίζονταν ελεύθερα. Ο μεγαλύτερος γιος είχε την εθιμική και πολιτική εξουσία. Είχε για συμβούλους άτομα κατόχους του τίτλου του «μυημένου». Οι τίτλοι αγοράζονταν και έδιναν στον κάτοχό τους ιδιαίτερο κύρος. Οι αποφάσεις παίρνονταν δημοκρατικά σε λαϊκές συνελεύσεις. Ζούσαν από τις καλλιέργειες (ignames, manioc, καλαμπόκι). Συμπληρωματικά έσοδα είχαν από τις εξαγωγές του φοινικέλαιου.

Οι Βρετανοί αποικιοκράτες δυσκολεύτηκαν πολύ να επιβάλουν την εξουσία τους σε μια κοινωνία που δεν γνώριζε πολιτική ενότητα. Αντίθετα οι Ibo εκμεταλλεύτηκαν τις ευκαιρίες που τους έδωσε η αποικιοκρατία δημιουργώντας για λογαριασμό τους μια μορφή μπουρζουαζίας. Το 1967 επιχείρησαν ανεπιτυχώς να αποσχιστούν από τη Νιγηρία ιδρύοντας τη Δημοκρατία της Biafra.


Kongo

Ζουν στη λιμνοθάλασσα του ποταμού Congo (Congo-Brazzaville, Congo-Kinshasa, Angola). Οι Kongo προέρχονται από το βασίλειο του Kongo από μια μικρή φυλαρχία bantoue και την σταδιακή προσαρμογή των λαών που κατακτήθηκαν (14ος αιώνας). Αποτελούνται από clans και είναι οργανωμένοι σε γενεαλογίες μητρογραμμικού χαρακτήρα. Ζουν σε μεγάλα χωριά villages κτισμένα σε ξέφωτα. Η γη τους καλύπτεται από το δάσος του ισημερινού το οποίο διασχίζουν ποτάμια. Από την έλευση των Πορτογάλων (τέλος 15ου αι.) οι Kongo κατέχουν μια προνομιακή θέση ανάμεσα στην ακτή και το bassin του ποταμού Congo, περιοχή πλούσια σε παραγωγή αγροτικών προϊόντων (mil και sorgho), και φυτά που εισήχθησαν από την Αμερική και προσαρμόστηκαν γρήγορα στο τοπικό περιβάλλον (καλαμπόκι, manioc, ντομάτα). Το δάσος, τα ποτάμια και η θάλασσα του παρέχουν το κυνήγι και τα αλιεύματα.

Οι Kongo υπήρξαν θύματα της αναγκαστικής εργασίας που επέβαλαν οι εμπορικοί αντιπρόσωποι (μεταφορά caoutchouc και κατασκευή υποδομών για τις μεταφορές). Αν και γρήγορα προσηλυτίστηκαν στον καθολικισμό, οι Kongo εξέφρασαν μια σιωπηλή αντίθεση στο αποικιακό καθεστώς διαιωνίζοντας τις τοπικές τους παραδόσεις και ακολουθώντας το πολιτικό-θρησκευτικό κίνημα του « Προφήτη » Simon Kibangu, στις αρχές του 20ου αιώνα.


Kota ή Bakota

Λαός του ανατολικού Γκαμπόν και τμήματος του Κονγκό. Ζουν σε μικρά χωριά μέσα στο ισημερινό δάσος και ασχολούνται με μια γεωργία επιβίωσης, το κυνήγι και το ψάρεμα. Το κοινωνικό τους σύστημα είναι εξωγαμικό και πατρογραμμικού χαρακτήρα. Η πατριά αποτελεί την πολιτική δομή της κοινωνίας τους. Το 19ο αιώνα αναγκάστηκαν να κινηθούν νότια μετά από πιέσεις που δέχτηκαν από ισχυρότερες φυλές (τους Fang, τους Kwele και τους Mahongwe). Η θρησκευτική τους παράδοση βασίζεται στη λατρεία των προγόνων.


Kwele ή Bakwele

Λαός στα βορειοδυτικά του Κονγκό και τα ανατολικά του Γκαμπόν. Ερχόμενοι από τα δυτικά εγκαταστάθηκαν στο δάσος το 19ο αιώνα, λίγο πριν την έλευση των Ευρωπαίων, πιεζόμενοι από τους Fang που διέθεταν πυροβόλα όπλα τα οποία είχαν αποκτήσει από την επαφή τους με τους Ευρωπαίους. Ασχολούνται με τη δασική γεωργία για την επιβίωσή τους, καθώς και με το κυνήγι, το ψάρεμα και τη συλλογή καρπών. Η ζωή τους μεταβάλλεται διαρκώς καθώς το περιβάλλον του δάσους αλλάζει εξαιτίας της εκμετάλλευσής του από τις μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες του είδους που δραστηριοποιούνται στην ευρύτερη περιοχή.

Οι Kwele αναγνωρίζουν ως ανώτατη πολιτική αρχή τον αρχηγό της οικογενειακής γραμμής από την οποία προέρχονται. Κάθε αντίστοιχη γραμμή έχει το δικό της αρχηγό, πράγμα που ωθεί στη δημιουργία αντιζηλιών. Η παράδοσή τους όμως προβλέπει την ύπαρξη ενός «συμφιλιωτή» που λειτουργεί διαιτητικά μέσα από έθιμα όπως το κοινό κυνήγι που θα εκτονώσει διαφορετικά την πολεμική ενεργητικότητα των συμμετεχόντων σε αυτό. Ακολουθεί το εθιμικό κομμάτι της συμφιλίωσης.


Lobi

Λαός που ζει στα νοτιοδυτικά της Burkina και τα βορειοανατολικά της Ακτής Ελεφαντοστού. Αγγίζουν σήμερα το 1 εκατομμύριο περίπου, με την πλειοψηφία τους (650.000) να ζουν στην Ακτή Ελεφαντοστού (αποτελούν το 5% του συνολικού πληθυσμού της χώρας). Για να αποφύγουν τους δουλεμπόρους διέσχισαν το 18ο αιώνα τον ποταμό Volta για να ζήσουν στις περιοχές που κατοικούν και σήμερα. Πολεμικός λαός, αντιτάχθηκε σε κάθε κατακτητή, είτε επρόκειτο για αλλογενείς Αφρικανούς, είτε για τους Γάλλους. Ασχολούνται με το κυνήγι, την κτηνοτροφία και τη γεωργία. Παράγουν δημητριακά (mil, sorgho), βολβούς (ignames, γλυκοπατάτες) και τα τελευταία χρόνια καλλιεργούν βαμβάκι και ρύζι.

Οι κοινωνίες τους είναι είτε πατρογραμμικές, είτε μητρογραμμικές και όπου η σύζυγος ζει κοντά στην οικογένεια του συζύγου. Σε ότι αφορά την κληρονομιά, αυτή μεταβιβάζεται κατά περίπτωση : η γη, το σπίτι, τα προσωπικά φυλαχτά μεταβιβάζονται πατρογραμμικά, τα οικιακά είδη, έπιπλα κτλ., μητρογραμμικά. Η κοινωνίες τους κατατάσσονται στις κοινωνίες χωρίς κράτος, επιδιώκουν την ισότητα και είναι οργανωμένες έτσι ώστε καμία φάρα να μην επιβάλλεται σε άλλη. Το χωριό αποτελεί μια ανεξάρτητη πολιτική και θεσμική ενότητα που διοικείται από το συμβούλιο των γερόντων. Ο κοινωνικός έλεγχος στο εσωτερικό του χωριού στηρίζεται σε μια κοινή λατρεία στη γη που αντιπροσωπεύει την κοινή τους αναφορά που περικλείει και τις απαγορεύσεις και τους περιορισμούς της κοινωνίας τους.


Mandingues

Η πληθυσμιακή αυτή ομάδα αναπτύχθηκε την ίδια εποχή με τις αυτοκρατορίες της Γκάνα και του Μάλι, και ζει σε μια ευρύτερη περιοχή που καλύπτεται από τη Μαυριτανία, το Νίγηρα, τη Γουινέα και τη Λιβερία. Διακρίνουμε τους δυτικούς Mandé (Γουινέα), με τους Soussou και τους Dialonké, τους ανατολικούς Mandé (Bambara του Mali, τους Kissi της Γουινέας). Οι Dyula, που αποτελούν μια κάστα, είναι λίγο πολύ ακόμα παρόντες στα μεγάλα αστικά κέντρα – αγορές της σαβάνας, πολλών από τα οποία ίδρυσαν στο παρελθόν, όπως η Bobo-Dioulasso (Burkina).


Malinké

Λαός προέλευσης mandingue. Εξισλαμίστηκαν το 14ο αιώνα, και διέδωσαν το Ισλάμ μέσω των εμπόρων Dyula, σε όλη τη δυτική Αφρική. Η γλώσσα τους είναι κοινή γλώσσα επικοινωνίας στη δυτική Αφρική, από τη Σενεγάλη ως τη Μπουρκίνα. Στηριζόμενος στα εμπορικά δίκτυα των dyula, ο Samory Touré (1830-1900), καταγωγής dyula και ο ίδιος, προσπάθησε να ιδρύσει κράτος στα τέλη του 19ου αιώνα.


Mossi (ή Moose, στον ενικό Moaga),

Η πολυπληθέστερη φυλή στη Burkina. Την άφιξή τους στην περιοχή νομιμοποίησε σύμφωνα με την παράδοση ο πρόγονος και ιδρυτής τους Ouedraogo. Η παράδοση θέλει ο Ouedraogo να είναι ο καρπός της συνάντησης στο δάσος της Yennega — κόρης του βασιλιά, του οποίου οι πρόγονοι κατάγονταν από την Αυτοκρατορία του Μάλι — και ενός διάσημου κυνηγού ελεφάντων. Αυτή η παράδοση δικαιολογεί την παρουσία των Mossi στα εδάφη αυτά, δείχνει την διάκριση των παραδοσιακών εξουσιών μεταξύ αρχηγών Mossi, που εκπροσωπούν την πολιτική και στρατιωτική εξουσία (που πηγάζει από την αυτοκρατορία του Μάλι), και των «αρχηγών της γης» που διατηρούν δικαιώματα πάνω της εξαιτίας των δεσμών τους με τα πνεύματα της φύσης και του δάσους, που δεν είναι άλλοι από τους αυτόχθονες πληθυσμούς.

Οι Mossi, ήρθαν στην κοιλάδα του Νίγηρα το 13ο αιώνα αφού συγκρούστηκαν με την αυτοκρατορία του Μάλι. Αργότερα εξακοντίζουν επιδρομές εναντίον του Tombouctou (1329) και του Oualata (1470), με στόχο τον έλεγχο των εμπορικών πρακτορείων της Σαχάρας. Η πολιτική και στρατιωτική τους οργάνωση εκφράζεται από τέσσερα αποκεντρωμένα βασίλεια. Είναι σκληραγωγημένος λαός αφού ζουν σε άγονα οροπέδια όπου καλλιεργούν κυρίως είδη διατροφής όπως το mil, το sorgho αλλά και βαμβάκι. Κατά την αποικιακή περίοδο τροφοδότησαν τις γαλλικές δυνάμεις με τυφεκιοφόρους. Οι νέοι μετανάστευαν, κατά την περίοδο της ξηρασίας, προς τις φυτείες της ζώνης των δασών.


Peul (ή Foulbé, Foula, Fulani)

Οι Peul αποτελούν ένα σύνολο ετερογενών πληθυσμών που ζουν σε μια ευρύτατη γεωγραφική έκταση που εκτείνεται από τον Ατλαντικό ωκεανό ως το Tchad, και από το Καμερούν ως την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία. Πρόκειται για νομάδες κτηνοτρόφους και ημι-νομάδες και μη νομαδικούς πληθυσμούς. Αριθμούν περί τα 8 εκατομμύρια άτομα διασκορπισμένα σε πάνω από 15 κράτη: Μαυριτανία, Σενεγάλη, Γάμπια, Γουινέα, Σιέρα Λεόνε, Μάλι, Μπουρκίνα, Μπενίν, Τόγκο, Γκάνα, Νίγηρας, Νιγηρία, Καμερούν, Τσαντ, Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, και σήμερα στην Ακτή Ελεφαντοστού και το Σουδάν. Ο διασκορπισμός τους ευνόησε τη δημιουργία μικρότερων πολιτισμικών ομάδων που συχνά είναι απομονωμένες μεταξύ τους. Η ανθρωπολόγος Marguerite Dupire διακρίνει τέσσερις μεγάλες πολιτιστικές ομάδες : στα δυτικά (Sénégal -Gambie), στη Γουινέα (τους foula), στην ενδοχώρα (Mali, Burkina), στα ανατολικά (Nigeria, Niger, Nord-Cameroun, Tchad).

Η γλώσσα τους αποτελείται από 13 διαλέκτους, κατά συνέπεια δεν αποτελεί σημαντικό κριτήριο ομοιογένειας. Το islam αποτελεί ένα άλλο κριτήριο, καθώς στην πλειοψηφία τους είναι μουσουλμάνοι. Μεταξύ των νομάδων peul που είναι εξισλαμισμένοι, οι WoDaaBe (Νίγηρας) και οι Mbororo (Καμερούν), παραμένουν ειδωλολάτρες και ζουν σε μικρές ομάδες στο περιθώριο των βασιλείων ή συγκεντρωτικών κοινωνιών. Άρα ούτε το islam αποτελεί απόλυτο κριτήριο ομοιογένειας.

Η προφορική τους παράδοση, συνδέει τα έθιμα και την οικονομική τους ζωή, με την εκτροφή των zébu (βους ο ηβοφόρος). Παρά το γεγονός ότι είναι κεφαλαιώδους σημασίας η εκτροφή των zébu, δεν μπορούμε να μιλάμε για ένα απόλυτο κριτήριο ομοιογένειας, καθώς άλλες υποομάδες ειδικεύονται στην εκτροφή των προβάτων όπως οι Uda του Niger και της Nigeria.

Οι Peul αναγνωρίζονται από έναν κώδικα αποδεκτό από όλους, και που αποτελεί το συνεκτικό στοιχείο μεταξύ τους ακόμα και αν είναι διασκορπισμένοι σε τεράστιες αποστάσεις (αγρότες bambara ή haoussa, κτηνοτρόφοι maures, touareg ή toubou). Ο κώδικας αυτός (pulaaku) μεταβιβάζεται από τη γέννηση με την κοινωνικοποίηση. Αποτελεί έθιμο που απαιτεί την επιφυλακτικότητα, τον αυτοέλεγχο, την αυτοσυγκράτηση. Η εκπαίδευσή τους, τους εισαγάγει σε ένα πραγματικό ποιμενικό κώδικα.

Οι Peul ίδρυσαν το 18ο αιώνα ένα θεοκρατικό κράτος στο Fouta-Djalon (ορεινή περιοχή στα δυτικά της Guinée), και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή που προσφερόταν περισσότερο για την κτηνοτροφία. Έτσι έπαψαν να είναι νομάδες. Η κατάληψη του Sokoto (αυτοκρατορία στη δυτική Αφρική που δημιουργήθηκε από τον Ousman dan Fodio το 1809 στα βόρεια της Νιγηρίας). Ο Ousman dan Fodio ξεσήκωσε τους Peul (Fulani) ενάντια στους ανιμιστές Haoussa της περιοχής Gobir της βόρειας Νιγηρίας. Κατάφερε τελικά να κατακτήσει τις μεγάλες πόλεις και σημαντικές αγορές haoussa (Kano, Zaria) ιδρύοντας την πρωτεύουσά του Sokoto. Στη συνέχεια κατέλαβε το Bornou, στο Tchad, και το οροπέδιο της Adamaoua, στο Cameroun. Οι μη μουσουλμανικές κοινότητες πέφτοντας θύματα των φονταμενταλιστών στις αρχές του 19ου αιώνα και της θρησκευτικής μεταρρύθμισης του Ousman dan Fodio κατέληξαν στο παράδοξο να χάσουν την ταυτότητα των Peul — και ιδιαίτερα τη γλώσσα — και ο θρίαμβος του πολιτισμού των κατακτημένων haoussa. Έτσι οι νικητές απορροφήθηκαν από τους ηττημένους.

Οι WoDaaBe (Niger) και οι Mbororo (Cameroun), είναι νομάδες κτηνοτρόφοι, και αυτή είναι η κύρια δραστηριότητά τους. Οι Foulbé, είναι κτηνοτρόφοι, αλλά οι οικονομικές τους δραστηριότητες είναι πιο ευέλικτες, και έτσι ασχολούνται ανάλογα με την εποχή (εποχή βροχών ή ξηρασίας) με την εκτροφή ζώων, τη γεωργία, το εμπόριο. Άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν τις δραστηριότητές τους είναι οι πολιτικές και οικονομικές κρίσεις.

Παρ’ όλες τις διαφορές τους οι Peul αντιμετωπίζονται σαν να ανήκουν στην ίδια κοινότητα. Πρόκειται για κοινωνίες που βρίσκονται σε διαρκή μεταβολή, που μεταναστεύουν αφήνοντας μια άγονη και ξηρή ζώνη για να εγκατασταθούν προσωρινά σε μια πιο υγρή περιοχή. Οι μεταβολές αυτές συνοδεύονται από ρίσκο τόσο για τα ζώα τους όσο και για την οικονομία τους και τον τρόπο ζωής τους. Αυτά τα παραδείγματα μετακίνησης στο χώρο και αλλαγής στρατηγικών, αποδεικνύουν μια σημαντική προσαρμοστική ικανότητα.


Πληθυσμιακή εξέλιξη στην Αφρική

- Από το 800 ως το 1300 : δημιουργία βασιλείων και αυτοκρατοριών, μέσο ετήσιο ποσοστό πληθυσμιακής αύξησης περίπου στο 0,14 %.

- Από το 1300 ως το 1550 : οικονομική άνθηση, δημιουργία πόλεων με πληθυσμό από 60.000 ως 200.000 κατοίκους, μέσο ετήσιο ποσοστό πληθυσμιακής αύξησης περίπου στο 0,35 %.

- Από το 1550 ως το 1850/1870 : επιδρομές των Πορτογάλων και των Αράβων με πυροβόλα όπλα, άμεσες ή έμμεσες επιπτώσεις του δουλεμπορίου των Αράβων και των Ευρωπαίων, μόνιμη ανασφάλεια των κατοίκων, μέση ετήσια μείωση του πληθυσμού περίπου στο 0,4%.

- Από το 1870 ως το 1930 : συνέχιση του δουλεμπορίου στην ανατολική Αφρική, στρατιωτικές κατακτήσεις, καταναγκαστικά έργα, καταπίεση των ντόπιων πληθυσμών, καταπατήσεις και ιδιοποίηση εδαφών από μέρους των Ευρωπαίων αποικιοκρατών, μέση ετήσια μείωση του πληθυσμού περίπου στο - 0, 7 %.

- Από το 1930 ως το 1949 : βελτίωση της υγιεινής, έργα υποδομών, άμεση και έμμεση αποικιακή διοίκηση, αρχίζει η πληθυσμιακή ανάκαμψη, μέσο ετήσιο ποσοστό πληθυσμιακής αύξησης περίπου στο 0,7 %.


Πολυγαμία

Το γεγονός να έχει ένας άνδρας περισσότερες γυναίκες είναι ένα φαινόμενο αποκλειστικά κοινωνικό. Η πρώτη λειτουργία της πολυγαμίας στις παραδοσιακές κοινωνίες πρέπει να ήταν οικονομική, ώστε να δημιουργήσει δεσμούς ανάμεσα στην φατρία του συζύγου και γειτονικές φατρίες. Παρά ταύτα, η πολυγαμία στην Αφρική δεν είναι ο κανόνας. Οι νομάδες της Σαχάρας (Μαυριτανοί, Touareg), αν και μουσουλμάνοι, είναι μονογαμικοί, όπως και άλλοι πληθυσμοί που ζουν σε ασταθές περιβάλλον (Πυγμαίοι) είναι επίσης μονογαμικοί. Η πολυγαμία συνδέεται με τη γεωργία και τη σταθερή διαμονή σε αγροτικές περιοχές (σε περιοχές της σαβάνας στη δυτική Αφρική και σε δασικές περιοχές στην κεντρική Αφρική). Όμως ακόμα και σε περιβάλλον όπου υπάρχει πολυγαμία, η πολυγαμία δεν εφαρμόζεται ως πρακτική σε όλες τις οικογένειες. Στην πολυγαμική οικογένεια ο πρωτογενής οικογενειακός πυρήνας περιλαμβάνει καθεμία σύζυγο και τα παιδιά της, με ισχυρό συνήθως το ρόλο του μητρικού θείου. Σε εξισλαμισμένο περιβάλλον, δηλαδή σε περιβάλλον όπου είναι επιφανειακά θρησκευόμενοι, διατηρώντας τις ανιμιστικές πρακτικές τους, οι γυναίκες χαίρουν συχνά μιας σχετικής αυτονομίας. Κάθε γυναίκα διαθέτει την καλύβα της, με ή χωρίς τη δυνατότητα να έχει τη δική της αυτόνομη κουζίνα, διαθέτει συχνά το δικό της χωράφι και αυτό της επιτρέπει να πουλάει τα δικά της προϊόντα στην αγορά και να διαχειρίζεται το δικό της προϋπολογισμό. Ο σύζυγος οφείλει να περάσει τη νύχτα με καθεμιά από αυτές, σύμφωνα με ένα προκαθορισμένο κανονισμό. Εξαιτίας της έλλειψης γυναικών που προκαλεί στο χωριό, η πολυγαμία είναι υπεύθυνη για τη προσωρινή μετανάστευση που προκαλεί, ιδιαίτερα στους νέους άνδρες που πρέπει να συγκεντρώσουν τα χρήματα της προίκας που πρέπει να καταβάλουν στην οικογένεια της νύφης. Στις περιοχές της σαβάνας τα αίτια της μετανάστευσης συμπληρώνουν οι μεγάλες περίοδοι ξηρασίας που είναι υπεύθυνες για την περιορισμένη αγροτική παραγωγή και οι συνθήκες γενικευμένης φτώχειας. Παρά τις δυσκολίες, οι πολυγαμικές οικογένειες εύρισκαν τρόπο να επιβιώνουν στο χωριό. Αντίθετα όταν, εξαιτίας της αγροτικής εξόδου προς τις πόλεις, αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στα αστικά κέντρα, τα προβλήματά τους εντάθηκαν. Οι γυναίκες έχασαν τις ελευθερίες που είχαν και την οικονομική τους αυτονομία. Επίσης η συμβίωση των μελών της πολυγαμικής οικογένειας σε μικρά σπίτια ή διαμερίσματα, προκάλεσε τριβές στο εσωτερικό τους.

Πρόγονοι

Στην Αφρική οι πρόγονοι έχουν ένα ρόλο πολιτισμικό, ιδρυτικό μιας πατριάς, φατρίας ή και χωριού. Συχνά, οι ξηρασίες οδηγούσαν στη μετανάστευση. Κάποια από τα μέλη της ομάδας αναγκάζονταν, υπό την αρχηγία κάποιου, να μετακινηθούν σε αναζήτηση προσφορότερων συνθηκών επιβίωσης. Οι προφορικές παραδόσεις μιλάνε για αδέλφια που χωρίζονται με αμοιβαία συμφωνία, ο νεότερος οδηγώντας μια ομάδα νεότερων ή αναζητώντας άσυλο σε μακρινή φυλή όπου παντρεύεται την κόρη του γέρου αρχηγού. Ο νέος αυτός φέρνει μαζί του νέες τεχνικές στη γεωργία και τη μεταλλουργία, οι οποίες άλλωστε είναι υπεύθυνες για την δημογραφική έκρηξη που τον ανάγκασε να φύγει. Αυτός ο ήρωας εκπολιτιστής, συμβολίζει συχνά τη γέννηση μιας καινούριας εθνότητας, και τον τιμούν με μάσκες και αγαλματίδια που βρίσκονται τις περισσότερες φορές στο επίκεντρο των τελετών. Άλλοτε έχει τη μορφή ενός ζώου που προσαρμόστηκε και επιβίωσε στο δάσος, άλλοτε κυριαρχούν τα γεννητικά όργανα που συμβολίζουν τη γέννηση και τη δημιουργία της φυλής. Οι Ευρωπαίοι χρησιμοποίησαν τη λέξη φετίχ [λέξη που προέρχεται από την πορτογαλική λέξη feitiçia, που σημαίνει «είναι κατασκευασμένο για να μιμηθεί»] για να χαρακτηρίσουν τις αναπαραστάσεις (μάσκες, αγαλματίδια) των Προγόνων ή των πνευμάτων, που χρησιμοποιούσαν οι Αφρικανοί.


Προίκα
Η αστικοποίηση και η μετανάστευση έχουν αλλάξει τη σημασία της «προίκας». Την προίκα (χρήματα, χρηστικά αντικείμενα, pagnes ) προσφέρει ο μνηστήρας στην οικογένεια της μέλλουσας συζύγου του και με τον τρόπο αυτό καλύπτει τη ζημιά που προκαλεί η μείωση της εργατικής δύναμης και αναπαραγωγικής ικανότητας της οικογένειας της μέλλουσας συζύγου. Η καταβολή της προίκας είναι αφ’ εαυτής η αποδοχή του ίδιου του γάμου. Βέβαια η προίκα που λαμβάνει η οικογένεια της νύφης χρησιμοποιείται συχνά με τη σειρά της για να παντρέψει κάποιο από τα αγόρια της. Στις φτωχές κοινωνίες η προίκα μπορεί, με τον τρόπο αυτό, να κυκλοφορήσει αρκετές φορές. Συχνά η ανάγκη εξεύρεσης των πόρων για την πληρωμή της προίκας εξαναγκάζει τους νεότερους άντρες σε προσωρινή μετανάστευση στις φυτείες, στην πόλη ή και σε γειτονική χώρα. Έτσι, στις περιπτώσεις αυτές, ο γάμος των αντρών γίνεται σχετικά αργά.


Pygmies (Πυγμαίοι)

Τροφοσυλλέκτες, κυνηγοί και ψαράδες καταγόμενοι από τα δάση του Ισημερινού. Αριθμούν σήμερα 100.000 με 200.000 στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, το Γκαμπόν, τη Δημοκρατία του Κονγκό, τα νότια του Καμερούν (βλέπε χάρτη που ακολουθεί). Η οικονομική τους δραστηριότητα περιορίζεται στην επίλυση του επισιτιστικού τους προβλήματος. Ζουν στα δάση αλλά και στα όρια του δάσους με χωριά στις αγροτικών περιοχών με τα οποία ανταλλάσσουν κυνήγι και φρούτα και ρίζες που συνέλεξαν, έναντι δημητριακών και χρηστικών αντικειμένων.

Ζουν ημι-νομαδικά σε ομάδες των τριάντα περίπου ατόμων και είναι μονογαμικοί. Οι παραδοσιακές κοινωνικές δομές τους βασίζονται σε ένα σύστημα συγγένειας και ηλικιακής διαβάθμισης. Το σύστημα της συγγένειας βασίζεται στην οικογένεια, την πατριά, την φατρία. Στην ίδια φατρία ανήκουν άτομα με κοινό πρόγονο. Οι μετακινήσεις τους εξαρτώνται από την αυτάρκεια των περιοχών στις οποίες ζουν. Ένας σχετικός καταμερισμός της εργασίας χαρακτηρίζει τις κοινωνίες τους. Το κυνήγι είναι ανδρική ασχολία, ενώ το ψάρεμα και η συλλογή καρπών είναι περισσότερο – αλλά όχι αποκλειστικά - γυναικεία υπόθεση. Η παράδοσή τους βασίζεται στη μοιρασιά των αγαθών που δίνει πλουσιοπάροχα η φύση. Έτσι ποτέ κανένας δεν στερείται τίποτε από αυτά που έχει ανάγκη η κοινότητα.

Σε πολιτικό επίπεδο η κάθε κοινότητα Πυγμαίων υποτάσσεται στην ετυμηγορία του Συμβουλίου των Παλαιών που ουσιαστικά παίζει το ρόλο της εξουσίας που σε άλλες αφρικανικές κοινωνίες κατέχει η φυλαρχία.

Η αποψίλωση των δασών τους αναγκάζει να ενσωματώνονται πολλές φορές στους αγροτικούς πληθυσμούς που τους χρησιμοποιούν σχεδόν σαν υπηρέτες. Οι πυγμαίοι Baka για παράδειγμα ζουν από το κυνήγι στα δάση και από την απασχόλησή τους στις φυτείες των Bantous. Είναι όλο και περισσότερο μόνιμα εγκατεστημένοι εγκαταλείποντας την μετακίνηση στην οποία υπόκειντο παλαιότερα λόγω της εξάρτησής τους από τους καρπούς και το κυνήγι που τους πρόσφερε το φυσικό περιβάλλον. Ένας από τους παράγοντες που ευθύνεται γι’ αυτό είναι και η δημιουργία σχολείων. Ο αριθμός τους περιορίζεται από τις αρρώστιες, αλλά και την αναπόφευκτη εξωγαμία. Η αδυναμία τους να προσαρμοστούν στις σύγχρονες οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές, συχνά είναι υπεύθυνη για την εκμετάλλευση που τους γίνεται από γειτονικούς πληθυσμούς που τους χρησιμοποιούν σαν δούλους (για αγροτικές εργασίες, στις οικοδομές, ως μεταφορείς, κτλ. ).


Sénoufo ή Senufo

Ζουν στα βόρεια της Ακτής Ελεφαντοστού και στα νότια του Μάλι και της Μπουρκίνα. Κατοικούν στις περιοχές της σαβάνας, είναι κυρίως αγρότες και εφαρμόζουν τη διαδοχική αγρανάπαυση.


Songhaï

Λαός της δυτικής Αφρικής που ζούσε στην κοιλάδα του Νίγηρα, του Mopti (Μάλι) ως τα όρια του Niamey (Νίγηρα). Σήμερα οι περισσότεροι Songhaï κατοικούν πάνω στα σύνορα μεταξύ Νίγηρα και Μάλι.

Ζούσαν στις όχθες των ποταμών ζώντας από την καλλιέργεια του ρυζιού, από το ψάρεμα και την κτηνοτροφία. Παρά το ότι είναι εξισλαμισμένοι από παλιά, παραμένουν εμποτισμένοι από τις παραδοσιακές δοξασίες. Είναι πατρογραμμικές κοινωνίες, και το χωριό αποτελεί γι’ αυτούς τη βασική κοινωνική και πολιτική ενότητα, υπό την εξουσία του πατριάρχη (bankoïni).

Η παρουσία τους γίνεται αισθητή στα τέλη του 15ου αιώνα. Πιθανά ξεκίνησαν από την περιοχή του Niamey, ερχόμενοι σταδιακά σε επαφή με άλλους λαούς κυνηγών και ψαράδων της περιοχής αλλά και με μακρινές φυλές της Σαχάρας όπως οι Touareg και οι Μαυριτανοί. Αρχικά αποτελούσαν μια μικρή κοινότητα της περιοχής Gao του Μάλι (11ος αιώνας), υποτελής στην αυτοκρατορία του Μάλι. Αξιοποίησαν τις πιέσεις των Touareg επί της αυτοκρατορίας του Μάλι για να επεκτείνουν την επιρροή τους. Δημιούργησαν μια συγκεντρωτική διοίκηση και η επέκτασή τους βασίστηκε σημαντικά και από τον έλεγχο των εμπορικών δρόμων μεταξύ δάσους και σαβάνας, το εμπόριο με τους Άραβες, τη δημιουργία ιππικού που χρησιμοποιούσαν την ξηρή περίοδο αλλά και «στόλου» από πιρόγες που χρησιμοποιούσαν την περίοδο των βροχών καθώς πλημμύριζαν τα ποτάμια.

Το τέλος της αυτοκρατορίας των Songhaï ήρθε το 1591, στη μάχη του Tondibi, υφίστανται καταστροφική ήττα από το Σουλτάνο του Μαρόκου ο οποίος είχε στην κατοχή του πυροβόλα όπλα.


Τοτεμισμός

Σύστημα ιδεών, συμβόλων και πρακτικών βασισμένων στην υποθετική σχέση μεταξύ ατόμου ή ομάδας με ένα φυσικό αντικείμενο (ζώο, φυτό), το totem. Το totem συμβολίζει τους προγόνους ή το πνεύμα της ομάδας. Τα τοτέμ αποτελούν το έμβλημα του αρχηγού, της γενιάς του, της φατρίας του. Τα μέλη μιας τοτεμικής ομάδας ταυτοποιούνται ή εξομοιώνονται με το τοτέμ, με τη βοήθεια συγκεκριμένων ονομάτων και ειδικών συμβόλων.


Tutsi (βλέπε Hutu)


Υoruba

Λαός της δυτικής Αφρικής, μιλούν τη γλώσσα kwa και κατοικούν στη νοτιοδυτική Νιγηρία, στα νότια του Μπενίν, και σε τμήμα του νότου του Τόγκο.

Οι Yoruba είναι κυρίως αγρότες που επιδίδονται είτε σε καλλιέργειες διατροφής (καλαμπόκι, manioc, μπανάνες plantain, igname) είτε σε βιομηχανικές καλλιέργειες (φοινικέλαιο, κακάο). Η παράδοση yoruba είναι αστική, τα χωριά όντας στενά συνδεδεμένα με την πόλη, όσοι μεταναστεύουν στην πόλη διατηρούν ένα χωράφι με μια κάζα. Οι κάτοικοι των αστικών κέντρων είναι έμποροι και χειροτέχνες μεταλλουργοί (σιδεράδες, χαράκτες σε χαλκό, χύτες), αγγειοπλάστες, γλύπτες σε ξύλο (παλαιότερα σε ελεφαντόδοντο), βιοτέχνες ενδυμάτων και κεντημάτων, . Η μαθητεία των χειροτεχνικών επαγγελμάτων γίνεται από γενιά σε γενιά, υπό την καθοδήγηση ενός μάστορα.

Η παραδοσιακή θρησκεία των Yoruba, ενέπνευσε το vaudou. Ο όρος αυτός σημαίνει θρησκεία των θεοτήτων και αναπτύχθηκε στις περιοχές όπου βρίσκεται το σημερινό Μπενίν και στα νότια του Τόγκο. Τα πιστεύω αυτά μεταφέρθηκαν από τους σκλάβους στην Καραϊβική και τη Βραζιλία. Η θρησκεία των Yoruba στηρίζεται στην πίστη σε ένα υπέρτατο θεό δημιουργό των πάντων, τον Olodumare, που βασιλεύει πάνω σε τετρακόσιες δευτερεύουσες θεότητες και πνεύματα της φύσης που υπάρχουν στα δένδρα, στα βράχια, στα ποτάμια. Άλλες γνωστές θεότητες είναι ο Ogun, θεός του πολέμου και προστάτης των σιδηρουργών, ο Shango, θεός του κεραυνού. Σ’ αυτόν τον τελευταίο είναι αφιερωμένες πολλές τελετουργίες σε όλο το Σαχέλ που αναγγέλλουν την εποχή των βροχών. Η παράδοση θέλει η παράβαση μιας τελετουργίας ρίχνει το κακό στους ανθρώπους. Το κακό αυτό μπορούν να το αντιμετωπίσουν οι παραδοσιακοί θεραπευτές, που είναι γιατροί και μάντεις. Οι λατρεία των θεοτήτων αποδίδεται από ιερείς και απόκρυφες ομάδες. Οι απόκρυφες ομάδες έχουν συχνά σημαντική κοινωνική επιρροή.

Το 17ο αιώνα, οι Yoruba ίδρυσαν το βασίλειο Oyo (σύμφωνα με την παράδοση τους το παραχώρησε ο ίδιος ο Shango θεός των κεραυνών), στα εδάφη μεταξύ της παλιάς Δαχομέης (σημερινό Μπενίν) και τον ποταμό Νίγηρα. Από εκεί κάποιοι Yoruba μεταναστεύσανε δυτικά δημιουργώντας από επιμειξίες με άλλες φυλές βασίλεια και λαούς (τους Fon στη Δαχομέη, τους Ewe στο Τόγκο).


Wolof ou Ouolof

Λαός που ζει στο κεντρική και δυτική Σενεγάλη. Ίδρυσε το βασίλειο Dyolof τον 15ο αιώνα. Τη γλώσσα των Ouolof μιλούν σήμερα πάνω από τα 3/4 των Σενεγαλέζων. Οι περισσότεροι είναι εξισλαμισμένοι.

Οι Wolof, που είναι ακόμη παρόντες στη Gambie, αποτελούν σχεδόν το μισό του πληθυσμού της Σενεγάλης. Ασκούν σημαντική επιρροή στη πολιτική ζωή καθώς και στην καθημερινότητα, αφού η κουλτούρα και η γλώσσα wolof έχει γίνει αποδεκτή από άλλες πληθυσμιακές ομάδες.

Πρώτοι τους αναφέρουν οι Πορτογάλοι που το 15ο αιώνα ήρθαν σε επαφή με το βασίλειο Dyolof. Το βασίλειο Dyolof εν μέρει εξισλαμισμένο συνετέλεσε στην ενοποίηση μικρών βασιλείων που είχαν αναπτυχθεί κατά μήκος του ποταμού Sénégal. Η κοινωνία τους ήταν οργανωμένη κατά το σύστημα των καστών, ιεραρχημένων από τη γέννηση των ατόμων (ελεύθεροι ή σκλάβοι) και ανάλογα με το επάγγελμα. Με την έλευση των ευρωπαίων, το βασίλειο Dyolof χωρίστηκε σε πολλά μικρά κρατίδια wolof που διατηρήθηκαν ως τη γαλλική αποικιοποίηση (τέλη 19ου αιώνα).

Την εποχή της γαλλικής κυριαρχίας ο Ahmadou Bamba ίδρυσε τη μουσουλμανική αδελφότητα των Μourides. Η αδελφότητα αυτή έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο στην ανάπτυξη της καλλιέργειας της αραχίδας, που οι ευρωπαίοι ενθάρρυναν. Αν οι παραδοσιακές πρακτικές παρέμειναν ενεργές μεταξύ των αγροτών wolof, η επαγγελματική ιεράρχησή τους παραμένοντας πρακτικά ενεργή στις αγροτικές περιοχές, πολλοί είναι αυτοί που έχουν ενστερνιστεί τη δυτική κουλτούρα και τις δυτικές συνήθειες κυρίως στα αστικά κέντρα.


Zande ή Azande

Λαός της Κεντρικής Αφρικής γνωστός και με το όνομα Nyam-Nyam. Η οικονομία τους βασίζεται στη γεωργία και το κυνήγι. Στις αρχές του 18ου αιώνα, μια φατρία zande (οι Avongara) ίδρυσαν βασίλεια σε όλο το εύρος της περιοχής της Κεντρικής Αφρικής.


Zarma

Δεύτερη σε μέγεθος πληθυσμιακή ομάδα στις δυτικές περιοχές του Νίγηρα. Έφτανα τα 2 εκατομμύρια το 1995. Ο όρος Zarma (ή Djerma) είναι όρος που χρησιμοποιούν οι άλλοι γι’ αυτούς. Στην πραγματικότητα αποτελούν ένα σύνολο εξισλαμισμένων κοινωνιών (Kalle, Sabiri, Golle, Waazi, Gube, Mawri, κτλ.), που έχουν ως κοινό τους στοιχείο τη γλώσσα. Είναι κυρίως αγρότες (mil, sorgho). Περιβάλλονται από φυλές κτηνοτρόφων. Οι κοινωνική τους δομή χαρακτηρίζεται από μεγάλες διχοτομίες (ευγενείς και αιχμαλώτους, πολεμιστές και αγρότες, αρχηγούς και υποτελείς). Οι κατηγορίες αυτές εκτείνονται σε όλους τους τομείς της κοινωνικής τους ύπαρξης (συμπεριφορές, αξίες, κοινωνικές δομές). Οι Zarma, φημισμένοι πολεμιστές, προσέφεραν τις μισθωτές υπηρεσίες τους στα γειτονικά βασίλεια.

                                                                         ∞∞∞∞∞∞∞∞


Ενδεικτική βιβλιογραφία.

BACQUART, J-B. (2002) The Tribal Arts of Africa, New York, Thames & Hudson Inc.

BALANDIER, G. & MAQUET, J. (éd.), 1968, Dictionnaire des civilisations africaines, Paris, F. Hazan.

BALANDIER, G. (1963) Sociologie actuelle de l’Afrique noire. Dynamique des changements sociaux en Afrique centrale, Paris : éditions P.U.F, (2e édition).

BOYER, A-M. (2007) Les Arts d’Afrique, Paris, éditions Hazan.

BUSIA, K. (1968) The position of the modern political system of Ashanti, A study of the influence of contemporary social changes on Ashanti political institutions, édition Frank Cass.

CHEIKH Ba, (1982) Les Peuls du Sénégal : étude géographique, Paris, Université de Paris 7, (Thèse d'État).

CONNAH, G. (1987) African civilizations, Cambridge University Press.

COURADE, G. (dir) (2006) L’Afrique des idées reçues, éditions Bélin.

DIOP, Cheikh-Anta, (1987) L’Afrique noire précoloniale, éditions Présence Africaine (πρώτη έκδοση 1960).

DUPIRE, M. (1970) Organisation sociale des Peul. Étude d’ethnographie comparée, Paris, Plon (Thèse Doctorat).

FATHY, H. (1961) Reports on Towns visited in North and West Africa, in Research project « the city of the future », Constantinos A. Doxiades Archives, Athens, Oct. 1960 – June 1961, 5, pp. 202- 302, archives files 17351.

GRIAULE, M. (1947) Arts de l’Afrique Noire, Paris, Les éditions du Chêne.

HAHNER, I. – KECSKÉSI, M. – VAJDA, L. (2007) African Masks, The Barbier – Mueller Collection, Prestel edition.
KERCHACHE, J. (et al.) (2008) L’art africain, Paris, éditions Citadelles & Mazenod.

LE BRIS, E. – LE ROY, E. – MATHIEU, P. (dir.) (1991) L’appropriation de la terre en Afrique noire, Karthala.

McCARTHY, St. (1994) Africa: The Challenge of Transformation, I. B. Tauris & Co Publishers, London.

ΜΕΤΑΞΙΔΗΣ, Ν. (2009) Επιχειρηματικότητα και Ανάπτυξη στην υποσαχάρια Αφρική, διδακτορικό δίπλωμα (Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας - Τμήμα Οικονομικής Επιστήμης - Βόλος).

NANTET, B. (2008) Dictionnaire de l’Afrique, Éditions Larousse.

PRADELLES DE LATOUR, C-H. (1991) Ethnopsychanalyse en pays bamiléké, Paris, EPEL.

READER, J. (2001) Αφρική, National Geographic.

TABUTIN, D. (dir) (1988) Population et Societés en Afrique au Sud du Sahara, ed. L’Harmattan.

ΤΣΕΚΕΝΗΣ, Α. (2002) Συγγένεια, Τελετουργία και Φύλα, σε μια κοινωνία του Δυτικού Καμερούν. Κάποιες σκέψεις με αφορμή μια Αφρικανική Εθνογραφία, (in) Εθνολογία, Τόμος 9/2001, Ελληνική Εταιρεία Εθνολογίας, Αθήνα, σελίδες 31-74.

ΤΣΕΚΕΝΗΣ, Α. (2005) Ο Κυνηγός και οι Αυτόχθονες: Συγγένεια, τελετουργία και πολιτική σε μια φυλαρχία Μπαμιλεκέ (δυτικό Καμερούν), Το βήμα των κοινωνικών επιστημών, no 43, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Βόλος, σελίδες 185-218.

VALSECCHI, P. – VITI, P. (dir.) (2000) Mondes Akan - identité et pouvoir en Afrique occidentale (Akan Worlds - Identity And Power In West Africa), éditions L’Harmattan.

WANONO, N. & RENAUDEAU, M. (1996) Les Dogon, Paris, Éditions du Chêne - Hachette.

WILLET, F. (1994) L’art africain, Thames & Hudson.

ΧΟΥΛΙΑΡΑΣ, Α. (1997) Η κατάρρευση του κράτους στην Αφρική, Ρουάντα, Λιβερία, Σομαλία, εκδόσεις Στοχαστής.

                                                                    ∞∞∞∞∞∞∞∞


Ηλεκτρονικές αναφορές για την υποσαχάρια Αφρική.

- http://www.thebritishmuseum.ac.uk/compass/index.html
(British Museum Compass Search)

- http://www.columbia.edu/cu/lweb/indiv/africa/index.html
(Columbia University)

- http://www.tlfq.ulaval.ca/axl/afrique/cameroun.htm
(Université de Laval)

- http://www.ankhonline.com/
(ANKH, Journal of Egyptology and African Civilisations)
- http://www.uiowa.edu/~africart/toc/people/Wolof.html
(University of Iowa)

- http://www.uiowa.edu/~africart/toc/people/Fang.html
(University of Iowa)

- http://www.uiowa.edu/~africart/toc/people/Fang.html
(University of Iowa)

- http://www.uiowa.edu/~africart/toc/people/Kongo.html
(University of Iowa)

- http://www.uiowa.edu/~africart/toc/people/Yoruba.html
(University of Iowa)

- http://www.uiowa.edu/~africart/toc/history/giblinhistory.html
(University of Iowa, άρθρο του καθηγητή James Giblin).

- http://www.lobi.gov.bf/
(Burkina Faso)

- http://www.britannica.com/eb/article-9050336/Malinke
 (Encyclopædia Britannica)

- http://www.lemonde.fr/web/article/0,1-0@2-3546,36-754265@51-754421,0.html

- http://fondaf-bipindi.solidarites.info/pygmees.php

- http://www.pygmies.info/



                                                        

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Πτυχίο στα οικονομικά (πανεπιστήμιο Μακεδονίας),DEA (πανεπιστήμιο Paris 2),διδακτορικό δίπλωμα (τμήμα οικονομικών επιστημών του πανεπιστημίου Θεσσαλίας), δεύτερο διδακτορικό δίπλωμα (τμήμα ανθρωπογεωγραφίας του πανεπιστημίου Michel de Montaigne - Bordeaux 3). Μ'αρέσουν τα ταξίδια, οι ήχοι και οι μυρωδιές του κόσμου. Θέλω να μοιραστώ μαζί σας την αγάπη μου για την Αφρική.